Τι είπαν και τι δεν είπαν Τσίπρας, Μητσοτάκης και Ανδρουλάκης για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής μεταποίησης, την ενέργεια και το νερό
Μέσα σε δέκα ημέρες, από την ίδια πόλη, τρεις πολιτικοί αρχηγοί παρουσίασαν ολοκληρωμένα προγράμματα διακυβέρνησης. Η ανάλυση που ακολουθεί δεν στηρίζεται σε δελτία Τύπου: διάβασα και τα τρία πρωτότυπα κείμενα ολόκληρα και αναζήτησα σε αυτά, όρο προς όρο, τις λέξεις της βιώσιμης μετάβασης. Τρία ευρήματα.
1. Η κυκλική οικονομία απουσιάζει εντελώς — τη στιγμή που CBAM και PPWR την κάνουν όρο ανταγωνιστικότητας της μεταποίησης. Σε πάνω από 20.000 λέξεις, καμία αναφορά σε εκτροπή από την ταφή, βιοαπόβλητα, ιλύ, δευτερογενή υλικά ή επαναχρησιμοποίηση.
2. Το κοινό «−30%» στην ενέργεια δεν είναι το ίδιο μέγεθος. Τρεις διαφορετικές βάσεις, καμία δηλωμένη.
3. Υπάρχει πραγματική σύγκλιση εκεί που δεν την περίμενα. Το νερό μπήκε και στα τρία προγράμματα ως υποδομή.
Το βασικό είναι το πρώτο, και δεν είναι περιβαλλοντικό ζήτημα — είναι εμπορικό. Από φέτος, το ανθρακικό αποτύπωμα της πρώτης ύλης έγινε κόστος στο τιμολόγιο. Ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα λειτουργεί στην οριστική του φάση από τον Ιανουάριο και ο Κανονισμός Συσκευασιών εφαρμόζεται από τον Αύγουστο, έναν μήνα πριν από τη ΔΕΘ. Καμία από τις τρεις ομιλίες δεν τα ανέφερε.
Η μεγάλη απουσία: η κυκλική οικονομία
Ξεκινώ από το εύρημα που με απασχολεί περισσότερο. Σε τρία προγράμματα διακυβέρνησης συνολικής έκτασης πάνω από 20.000 λέξεων, η διαχείριση αποβλήτων και η κυκλική οικονομία δεν υπάρχουν ως πολιτική.
Η μοναδική αναφορά στην ανακύκλωση και στις τρεις ομιλίες αφορούσε τα «σπιτάκια ανακύκλωσης» — και έγινε ως παράδειγμα υπερτιμολόγησης σε δημόσια σύμβαση. Δηλαδή ο μόνος τρόπος με τον οποίο ο κλάδος μπήκε στη συζήτηση ήταν ως σκάνδαλο προμηθειών, όχι ως παραγωγική δραστηριότητα.
Ο μόνος τρόπος με τον οποίο ο κλάδος μπήκε στη συζήτηση ήταν ως σκάνδαλο προμηθειών.
Δεν υπάρχει καμία αναφορά σε εκτροπή από την ταφή, σε χωριστή συλλογή βιοαποβλήτων, σε αξιοποίηση ιλύος, σε δευτερογενή καύσιμα, σε αγορές δευτερογενών υλικών, σε τέλος ταφής, σε συσκευασίες ή σε επαναχρησιμοποίηση. Οι λέξεις αυτές απλώς δεν εμφανίζονται. Δεν υπάρχει αναφορά στους ευρωπαϊκούς στόχους που η χώρα ήδη δεν πιάνει και για τους οποίους θα κληθεί να λογοδοτήσει. Δεν υπάρχει αναφορά στη βιομηχανική συμβίωση, δηλαδή στον απλό κανόνα ότι το απόβλητο της μιας μονάδας είναι η πρώτη ύλη της επόμενης.
Αυτό δεν είναι παράλειψη ενός κόμματος. Είναι κοινή παράλειψη και των τριών, και αυτό την κάνει πιο σοβαρή: σημαίνει ότι το πεδίο δεν θεωρείται ακόμη πολιτικά κερδοφόρο. Την ίδια στιγμή, όλοι μιλούν για μεταποίηση — ο Πρωθυπουργός θέτει στόχο 12% του ΑΕΠ έως το 2031, οι άλλοι δύο βάζουν τη μεταποίηση πρώτη στις προτεραιότητές τους. Δεν υπάρχει όμως ανταγωνιστική μεταποίηση χωρίς φθηνές, σταθερές και εγχώριες δευτερογενείς πρώτες ύλες. Η κυκλική οικονομία δεν είναι περιβαλλοντικό παρελκόμενο της βιομηχανικής πολιτικής· είναι προϋπόθεσή της.

Εννέα όροι κυκλικής οικονομίας — εκτροπή από ταφή, χωριστή συλλογή βιοαποβλήτων, αξιοποίηση ιλύος, δευτερογενή καύσιμα, τέλος ταφής, συσκευασίες, επαναχρησιμοποίηση, βιομηχανική συμβίωση — με μηδέν αναφορές σε 20.000 λέξεις κυβερνητικών προγραμμάτων στη ΔΕΘ 2026.
Γιατί αυτό είναι ζήτημα ανταγωνιστικότητας, όχι περιβάλλοντος
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του επιχειρήματος, και δεν είναι περιβαλλοντικός. Είναι εμπορικός.
Από την 1η Ιανουαρίου 2026 ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) λειτουργεί στην οριστική του φάση: οι εισαγωγείς χάλυβα, αλουμινίου, τσιμέντου και λιπασμάτων στην ΕΕ αγοράζουν πλέον πιστοποιητικά για τις ενσωματωμένες εκπομπές των προϊόντων τους, με σταδιακή κλιμάκωση έως το 2034 παράλληλα με την κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων. Και από τις 12 Αυγούστου 2026 — έναν μήνα πριν από τη ΔΕΘ — εφαρμόζεται ο Κανονισμός για τις Συσκευασίες (PPWR), που από το 2030 επιβάλλει υποχρεωτικά ποσοστά ανακυκλωμένου περιεχομένου στις πλαστικές συσκευασίες και απαιτεί όλες οι συσκευασίες να είναι ανακυκλώσιμες.
Τι σημαίνουν αυτά τα δύο μαζί για έναν Έλληνα βιομήχανο; Σημαίνουν ότι το ανθρακικό αποτύπωμα της πρώτης ύλης έγινε κόστος στο τιμολόγιο, και ότι η ζήτηση για δευτερογενή υλικά έγινε νομική υποχρέωση με ημερομηνία. Η δευτερογενής πρώτη ύλη — το ανακυκλωμένο αλουμίνιο, ο χάλυβας από σκραπ, το ανακυκλωμένο πολυμερές — ενσωματώνει κλάσμα των εκπομπών της πρωτογενούς. Όποιος την παράγει ή την προμηθεύεται εντός Ευρώπης αποκτά πλεονέκτημα κόστους που δεν εξαρτάται από επιδότηση, αλλά από τη ρύθμιση. Όποιος εξαρτάται από εισαγόμενη πρωτογενή ύλη υψηλού αποτυπώματος, το χάνει.
Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να διαβαστούν οι εξαγγελίες. Και οι τρεις θέτουν τη μεταποίηση στην κορυφή: ο Πρωθυπουργός με στόχο 12% του ΑΕΠ έως το 2031 και 300.000 μικρομεσαίες σε αυτοματισμό και τεχνητή νοημοσύνη· ο κ. Τσίπρας με εθνικούς κλάδους προτεραιότητας, όπου περιλαμβάνονται ρητά τα κρίσιμα υλικά και ο ενεργειακός εξοπλισμός· ο κ. Ανδρουλάκης με νέο Αναπτυξιακό Νόμο και «παράγουμε στην Ελλάδα». Κανείς τους δεν συνδέει αυτόν τον στόχο με το κόστος και τη διαθεσιμότητα των πρώτων υλών που θα τον κάνουν εφικτό.
Το παράδοξο είναι ότι τα εργαλεία υπάρχουν ήδη μέσα στα ίδια τα κείμενα — λείπει μόνο ο σκοπός. Οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις που προτείνουν δύο από τους τρεις χρηματοδοτούν εξίσου καλά μια γραμμή ανάκτησης υλικών όσο και μια συμβατική γραμμή παραγωγής. Η ενισχυμένη Αναπτυξιακή Τράπεζα μπορεί να δανείσει σε μονάδα επεξεργασίας το ίδιο εύκολα όσο σε οτιδήποτε άλλο. Τα επιχειρηματικά πάρκα αλυσίδας αξίας που περιγράφει ο κ. Ανδρουλάκης για το ελαιόλαδο — συγκέντρωση επεξεργασίας, ποιοτικού ελέγχου και εξαγωγικών υπηρεσιών σε έναν τόπο — είναι ακριβώς το πρότυπο της βιομηχανικής συμβίωσης, διατυπωμένο για έναν μόνο κλάδο. Τα Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια μπορούν να περιλάβουν μονάδες ανάκτησης. Το πλαφόν αδειοδότησης 90 ημερών του κ. Τσίπρα ισχύει εξίσου για αυτές.
Τα εργαλεία υπάρχουν ήδη μέσα στα ίδια τα κείμενα — λείπει μόνο ο σκοπός.
Με άλλα λόγια, δεν ζητώ από κανέναν να προσθέσει κεφάλαιο. Ζητώ να επεκτείνει ρητά όσα ήδη εξήγγειλε σε έναν κλάδο που σήμερα δεν τον ονομάζει. Η διαφορά μεταξύ μιας χώρας που εισάγει δευτερογενή υλικά και μιας χώρας που τα παράγει και τα εξάγει είναι, στο νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο, διαφορά ανταγωνιστικότητας της μεταποίησής της. Και κρίνεται στην επόμενη τετραετία, όχι στο 2050.

Χρονογραμμή 2026–2040: ο CBAM σε οριστική φάση από τον Ιανουάριο 2026 και ο Κανονισμός Συσκευασιών PPWR σε εφαρμογή από τον Αύγουστο 2026, με τις υποχρεώσεις ανακυκλωμένου περιεχομένου του 2030 — και καμία αναφορά σε αυτά στις τρεις ομιλίες της ΔΕΘ 2026.
Ο κοινός στόχος: τρία «30%» που δεν είναι το ίδιο
Από το κενό στο κοινό σημείο. Και οι τρεις δεσμεύτηκαν για μείωση 30% στο κόστος του ρεύματος. Η σύμπτωση είναι εντυπωσιακή — αλλά τα μεγέθη δεν ταυτίζονται.
Ο κ. Μητσοτάκης μιλά για «την τιμή του ρεύματος» εντός τριετίας, με πρώτο βήμα τη μείωση των ΥΚΩ στο μισό σε 6 εκατομμύρια παροχές από τον Ιανουάριο του 2027. Ο κ. Τσίπρας μιλά για τους λογαριασμούς, σε σταθμισμένο μέσο όρο, με τη ΔΕΗ εγγυητή βασικού τιμολογίου — χωρίς να δηλώνει πότε. Ο κ. Ανδρουλάκης είναι ο μόνος που προσδιορίζει μονάδα μέτρησης: συνολική τιμή ανά κιλοβατώρα, μείον 20% μέσα στο 2027 και μείον 30% στο τέλος της τετραετίας.
Η διαφορά δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Μείωση της τιμής ανά κιλοβατώρα μεταφράζεται σε ισόποση μείωση λογαριασμού μόνο αν μείνουν σταθερές η κατανάλωση και οι πάγιες χρεώσεις. Μείωση λογαριασμού μπορεί να επιτευχθεί και με λιγότερη κατανάλωση. Και η «τιμή του ρεύματος» χωρίς βάση αναφοράς δεν ελέγχεται καθόλου. Για μια βιομηχανία που κάνει δεκαετή επενδυτικό σχεδιασμό, αυτές οι τρεις διατυπώσεις είναι τρία διαφορετικά συμβόλαια.
Το ίδιο ισχύει και για τα εργαλεία. Ο ένας στηρίζεται σε χρεώσεις που ελέγχει το κράτος, ο δεύτερος στον στρατηγικό ρόλο μιας εισηγμένης εταιρείας, ο τρίτος στη δομή των τιμολογίων και στις υποδομές — δίκτυα, διασυνδέσεις, αποθήκευση. Μόνο ο τρίτος έθεσε το ζήτημα που η αγορά συζητά εδώ και δύο χρόνια: ότι από τα 1.380 MW αποθήκευσης του Ταμείου Ανάκαμψης έχει υλοποιηθεί περίπου το μισό, με ό,τι αυτό σημαίνει για τις τιμές και για τους μικρούς παραγωγούς.
Η δική μου θέση είναι απλή: ο επόμενος ενεργειακός στόχος πρέπει να διατυπωθεί σε ευρώ ανά μεγαβατώρα, με δηλωμένη βάση αναφοράς και ετήσιο σημείο ελέγχου. Διαφορετικά και οι τρεις δεσμεύσεις είναι αδιάψευστες, που στην πολιτική σημαίνει άχρηστες.

Συγκριτικός πίνακας: τι ακριβώς μειώνει κατά 30% ο καθένας από τους Τσίπρα, Μητσοτάκη και Ανδρουλάκη στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας — λογαριασμός, τιμή, τιμή ανά κιλοβατώρα — και γιατί καμία δέσμευση δεν δηλώνει βάση αναφοράς. ΔΕΘ 2026.
Πού υπάρχει πραγματική σύγκλιση
Και μια διαπίστωση θετική: στο περιβαλλοντικό σκέλος οι αποστάσεις είναι μικρότερες απ’ ό,τι υποδηλώνει η ρητορική.
Το νερό αναδείχθηκε και από τους τρεις. Ο Πρωθυπουργός το χαρακτήρισε «εθνικό στοίχημα» της επόμενης τετραετίας και πρότεινε την ενοποίηση των περίπου 700 διάσπαρτων φορέων εκτός ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, με ψηφιακή παρακολούθηση απωλειών και σύνδεση των χρεώσεων με την ορθή χρήση. Ο κ. Τσίπρας πρότεινε εθνικό σχέδιο με ενιαία ευθύνη ανά λεκάνη απορροής και σταθερή χρηματοδότηση. Ο κ. Ανδρουλάκης εθνικό σχέδιο διαχείρισης με μικρά φράγματα και αρδευτικά. Τρεις διαφορετικές αφετηρίες, μία κοινή παραδοχή: το νερό είναι πλέον υποδομή, όχι δεδομένο.
Ανάλογη σύγκλιση υπάρχει και στην πρόληψη έναντι της αποκατάστασης. Ο κ. Ανδρουλάκης προτείνει να αξιολογείται κάθε μεγάλη επένδυση και κρίσιμη υποδομή για κίνδυνο πλημμύρας, πυρκαγιάς και σεισμού, μέσα από Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια. Ο κ. Τσίπρας προτείνει κλιματικό νόμο με δεσμευτικούς στόχους — 55% το 2030, 80% το 2040, ουδετερότητα το 2050 — ετήσια λογοδοσία στη Βουλή, κλιματική αποτίμηση κάθε μεγάλης επένδυσης παράλληλα με την κοστολόγησή της, θωρακισμένο προϋπολογισμό πρόληψης και δίκαιη μετάβαση για τους εργαζομένους της απολιγνιτοποίησης. Ο Πρωθυπουργός εντάσσει την προσαρμογή οριζόντια, από τα βιοκλιματικά κτίρια έως την πολιτική προστασία, και επικαλείται ως επίτευγμα τη μετατροπή της χώρας από εισαγωγέα σε εξαγωγέα ρεύματος χάρη στις ΑΠΕ και τις διασυνδέσεις.
Αν κάτι πρέπει να κρατηθεί από τα τρία κείμενα ανεξαρτήτως αποτελέσματος, είναι αυτό: η χωροταξία και η κλιματική διακινδύνευση πρέπει να γίνουν προϋπόθεση αδειοδότησης, όχι επιπλέον γραφειοκρατικό βήμα. Η χώρα έχει πληρώσει το τίμημα της αντίθετης λογικής πολλές φορές και το ξέρουμε όλοι.
Η αντίφαση που κανείς δεν ονόμασε
Υπάρχει ένα σημείο όπου τα τρία κείμενα σιωπούν με τρόπο που αξίζει να επισημανθεί. Ο Πρωθυπουργός εξήγγειλε την πρώτη ερευνητική γεώτρηση υδρογονανθράκων μετά από σαράντα και πλέον χρόνια, για το πρώτο εξάμηνο του 2027, μέσα στην ίδια ομιλία που περιλαμβάνει το «άλμα» της πράσινης και ανθεκτικής Ελλάδας. Ο κ. Ανδρουλάκης, από την πλευρά του, αναφέρει τα έσοδα από «μελλοντική εξορυκτική δραστηριότητα» ως μία από τις πηγές χρηματοδότησης του επαναπροσανατολισμένου Υπερταμείου. Ο κ. Τσίπρας δεν θίγει καθόλου το ζήτημα, παρότι θέτει δεσμευτικούς στόχους μείωσης εκπομπών.
Δεν υποστηρίζω ότι η έρευνα υδρογονανθράκων και η κλιματική πολιτική είναι εξ ορισμού ασύμβατες· η ενεργειακή ασφάλεια είναι υπαρκτό ζήτημα και η γεωπολιτική διάσταση προφανής. Υποστηρίζω ότι δεν μπορούν να συνυπάρχουν σε ένα κυβερνητικό πρόγραμμα χωρίς ρητή διατύπωση του πώς συνδέονται: σε ποιον ορίζοντα, με ποιο μερίδιο στο ενεργειακό μείγμα, με τι αξιοποίηση των εσόδων. Όταν δύο από τους τρεις ομιλητές ενσωματώνουν τους υδρογονάνθρακες στον οικονομικό σχεδιασμό και κανείς δεν εξηγεί τη σχέση τους με τους στόχους απανθρακοποίησης, το κενό δεν είναι ρητορικό — είναι επενδυτικό. Οι επιχειρήσεις που καλούνται να δεσμεύσουν κεφάλαια σε ενεργειακές υποδομές χρειάζονται ακριβώς αυτή τη διευκρίνιση.
Τέσσερα πράγματα που λείπουν από όλους
Με τον κίνδυνο να ακουστώ μονομερής, καταθέτω τι θα ήθελα να δω σε οποιοδήποτε κυβερνητικό πρόγραμμα, από όποιο κόμμα κι αν προέρχεται.
Πρώτον, εθνικοί στόχοι δευτερογενών υλικών με ημερομηνία, ευθυγραμμισμένοι με το 2030 του PPWR. Ποσοστό ανακυκλωμένου περιεχομένου στις δημόσιες συμβάσεις, στόχος εκτροπής βιοαποβλήτων, χρονοδιάγραμμα για το τέλος ταφής. Χωρίς ζήτηση δεν υπάρχει αγορά, και τη ζήτηση μπορεί να τη δημιουργήσει το ίδιο το Δημόσιο που είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής — τέσσερα χρόνια πριν την επιβάλει ο Κανονισμός.
Δεύτερον, αδειοδότηση με πραγματικό χρονικό όριο. Ο κ. Τσίπρας πρότεινε πλαφόν 90 ημερών στην ψηφιακή αδειοδότηση. Είναι η σωστή κατεύθυνση και θα έπρεπε να την υιοθετήσουν όλοι, με μία προσθήκη: η σιωπηρή έγκριση δεν αρκεί αν δεν συνοδεύεται από στελέχωση των υπηρεσιών.
Τρίτον, σύνδεση της κυκλικότητας με τη χωροταξία. Τα Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια που προτείνονται για τουρισμό, βιομηχανία και ΑΠΕ πρέπει να περιλάβουν και τις μονάδες επεξεργασίας. Σήμερα η χώρα αδειοδοτεί υποδομές διαχείρισης αποβλήτων κατά περίπτωση και τις υπερασπίζεται δικαστικά επί χρόνια.
Τέταρτον, εθνική στάση απέναντι στο νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο εταιρικής αναφοράς. Καμία από τις τρεις ομιλίες δεν το ανέφερε, τη στιγμή που το τοπίο άλλαξε ριζικά μέσα στο 2026. Η Οδηγία (ΕΕ) 2026/470 — το λεγόμενο Omnibus I — δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 26 Φεβρουαρίου και τέθηκε σε ισχύ στις 18 Μαρτίου 2026. Περιορίζει το πεδίο της CSRD σε επιχειρήσεις με πάνω από 1.000 εργαζομένους και καθαρό κύκλο εργασιών άνω των 450 εκατ. ευρώ, καταργεί εντελώς την υποχρέωση για τις εισηγμένες μικρομεσαίες που θα ανέφεραν πρώτη φορά για τη χρήση 2026, και εισάγει ανώτατο όριο σε όσα μπορεί μια υπόχρεη εταιρεία να ζητά από μικρότερους προμηθευτές της. Τα απλοποιημένα πρότυπα ESRS εγκρίθηκαν από την Επιτροπή στις 3 Ιουλίου 2026 και εφαρμόζονται από τη χρήση 2027, με δυνατότητα εθελοντικής πρώιμης εφαρμογής.
Το πρακτικό αποτέλεσμα για την Ελλάδα είναι ότι η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων βγαίνει από το υποχρεωτικό καθεστώς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το ζήτημα έφυγε. Οι μεγάλοι πελάτες και οι τράπεζες θα συνεχίσουν να ζητούν δεδομένα, απλώς με πιο περιορισμένο και τυποποιημένο τρόπο· το εθελοντικό πρότυπο για τις μικρομεσαίες γίνεται το πραγματικό εργαλείο της αγοράς. Η χώρα καθυστέρησε ήδη μία φορά στην ενσωμάτωση της αρχικής Οδηγίας — χρειάστηκε διαδικασία επί παραβάσει και ο ν. 5164/2024. Θα ήταν κρίμα να επαναληφθεί το ίδιο τώρα που το πλαίσιο έγινε ελαφρύτερο και μπορεί, αν αξιοποιηθεί σωστά, να λειτουργήσει ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τους Έλληνες προμηθευτές σε ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας.
Το συμπέρασμα
Η προεκλογική συζήτηση έχει αρχίσει και το έδαφός της είναι συμφωνημένο: εισοδήματα, τιμές, στέγη, κράτος. Είναι θεμιτό. Αλλά η παραγωγική μετάβαση δεν είναι κεφάλαιο περιβαλλοντικής ευαισθησίας — είναι το ερώτημα του πού θα παράγει αυτή η χώρα σε δέκα χρόνια, με τι ενεργειακό κόστος και με τι πρώτες ύλες.
Και οι τρεις ομιλίες έδειξαν ότι η ενέργεια και το νερό έχουν πλέον μπει στον πυρήνα. Καμία δεν έδειξε ότι έχει μπει η κυκλική οικονομία — τη στιγμή ακριβώς που η ευρωπαϊκή ρύθμιση τη μετατρέπει από περιβαλλοντική επιλογή σε όρο πρόσβασης στην αγορά. Αν το επόμενο κυβερνητικό πρόγραμμα, όποιο κι αν είναι αυτό, καλύψει αυτό το κενό, θα έχει κάνει περισσότερα για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής μεταποίησης απ’ όσα υπόσχεται οποιοδήποτε φορολογικό κίνητρο. Η πρωτοπορία στην κυκλική οικονομία δεν είναι πολυτέλεια για μια χώρα με ακριβή ενέργεια και εξαρτημένη από εισαγωγές πρώτων υλών. Είναι ο συντομότερος δρόμος που έχει.
Κρίνεται στην επόμενη τετραετία, όχι στο 2050.
Ανοίγουμε τη συζήτηση. Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό και δεν απευθύνεται στους πολιτικούς αρχηγούς. Απευθύνεται στον κλάδο: είναι η σιωπή αυτή θέμα πολιτικών προτεραιοτήτων ή δική μας αδυναμία να κάνουμε το ζήτημα πολιτικά ενδιαφέρον; Το The Green Swans θα φιλοξενήσει απαντήσεις από στελέχη της βιομηχανίας, της αυτοδιοίκησης και της ακαδημαϊκής κοινότητας. Στείλτε μας τη δική σας τοποθέτηση.










